ρωμαίικο

ρωμαίικο
το шутл.
1) греческая душа;

ξύπνησε 'το ρωμαίικο μέσα του — в нём проснулась греческая душа, в нём проснулся грек;

2) греческое государство; греки (собир.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ρωμαίικο" в других словарях:

  • Ρωμαίικο — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 100 μ.), στην πρώην επαρχία Λιβαδειάς, του νομού Βοιωτίας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (8 τ. χλμ.) …   Dictionary of Greek

  • ρωμαίικος — η, ο επίρρ. α,1. ελληνικός (κυρίως νεοελληνικός): Ρωμαίικη γλώσσα, ρωμαίικο γλέντι. 2. το ουδ. ως ουσ., ρωμαίικο (μάλλον χλευαστικά) η νέα Ελλάδα, οι σύγχρονοι Έλληνες: Μη χάνεις τον καιρό σου, το ρωμαίικο δε φτιάχνεται· στον πληθ., ρωμαίικα, τα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ρωμαίικος — και ρωμέικος, η, ο, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους νεώτερους Έλληνες, στους Ρωμιούς («ρωμαίικο φιλότιμο») 2. (το ουδ. ως. ουσ.) το ρωμαίικο (συν. χλευαστικά) το νεώτερο ελληνικό έθνος 3. (το ουδ. πληθ. ώς ουσ.) τα ρωμαίικα α) η… …   Dictionary of Greek

  • Psichari — (Psicharis), Jean (Jannis), neugriech. Schriftsteller, geb. 3. Mai 1854 von griechischen Eltern in Odessa, wurde 1884 Professor des Neugriechischen qu der École des hautes études, 1904 auch an der École des Langues Orientales in Paris. Er ist der …   Meyers Großes Konversations-Lexikon

  • ρωμιοσύνη — η, Ν [Ρωμιός] 1. (ιδίως κατά την τουρκοκρατία) ο ελληνισμός 2. το ελληνικό έθνος, η ελληνική φυλή, ο σύγχρονος ελληνισμός, το ρωμαίικο 3. η ελληνική ψυχή, το φρόνημα τού ελληνισμού, η ελληνικότητα …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Μουσική — ΑΡΧΑΙΑ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Είναι γνωστό ότι η καταγωγική περιοχή της αρχαίας ελληνικής ποίησης βρίσκεται στις θρησκευτικές τελετουργίες. Ωστόσο, το κύριο σώμα της λυρικής ποίησης χαρακτηρίζεται από έναν ανεξάρτητο χαρακτήρα την εποχή κατά την οποία… …   Dictionary of Greek

  • Λιδωρίκης, Μιλτιάδης — (Αθήνα 1871 – 1951). Θεατρικός συγγραφέας. Αρχικά ασχολήθηκε με την πολιτική, διατελώντας διευθυντής της Βουλής και βουλευτής Δωρίδας (1906 10). Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές και διευθυντής της Εταιρείας του Ελληνικού Θεάτρου, οι παραστάσεις της… …   Dictionary of Greek

  • Ναύπλιο — Πόλη (υψόμ. 10 μ., 13.822 κάτ.) της ανατολικής Πελοποννήσου, πρωτεύουσα σήμερα του νομού Αργολίδος. Το Ν. ήταν η πρώτη πρωτεύουσα της νεότερης Ελλάδας και έδρα του ομώνυμου δήμου, στην οποία υπάγονταν διοικητικά ο δήμος Ναυπλιέων και οι… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»